μεγαλοποιούμαι
•
- υπερβάλλουν ως προς τις διαστάσεις μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγαλοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος μεγαλοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεγαλοποιούμαι | μεγαλοποιείσαι | μεγαλοποιείται | μεγαλοποιούμαστε | μεγαλοποιείστε | μεγαλοποιούνται |
| Παρατατικός | μεγαλοποιούμουν | μεγαλοποιούσουν | μεγαλοποιούνταν | μεγαλοποιούμασταν / μεγαλοποιούμαστε | μεγαλοποιούσασταν / μεγαλοποιούσαστε | μεγαλοποιούνταν |
| Αόριστος | μεγαλοποιήθηκα | μεγαλοποιήθηκες | μεγαλοποιήθηκε | μεγαλοποιηθήκαμε | μεγαλοποιηθήκατε | μεγαλοποιήθηκαν / μεγαλοποιηθήκαν / μεγαλοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα μεγαλοποιηθώ / θα μεγαλοποιούμαι | θα μεγαλοποιείσαι / θα μεγαλοποιηθείς | θα μεγαλοποιείται / θα μεγαλοποιηθεί | θα μεγαλοποιηθούμε / θα μεγαλοποιούμαστε | θα μεγαλοποιείστε / θα μεγαλοποιηθείτε | θα μεγαλοποιηθούν / θα μεγαλοποιηθούνε / θα μεγαλοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω μεγαλοποιηθεί | έχεις μεγαλοποιηθεί | έχει μεγαλοποιηθεί | έχουμε μεγαλοποιηθεί | έχετε μεγαλοποιηθεί | έχουν μεγαλοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεγαλοποιηθεί | είχες μεγαλοποιηθεί | είχε μεγαλοποιηθεί | είχαμε μεγαλοποιηθεί | είχατε μεγαλοποιηθεί | είχαν μεγαλοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιηθώ / να μεγαλοποιούμαι | να έχεις μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιείσαι / να μεγαλοποιηθείς | να έχει μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιείται / να μεγαλοποιηθεί | να έχουμε μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιηθούμε / να μεγαλοποιούμαστε | να έχετε μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιείστε / να μεγαλοποιηθείτε | να έχουν μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιηθούν / να μεγαλοποιηθούνε / να μεγαλοποιούνται |
| Προστακτική | — | μεγαλοποιήσου | — | — | μεγαλοποιείστε / μεγαλοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →