Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγαλοποιούμαι

ρήμα
•
  1. υπερβάλλουν ως προς τις διαστάσεις μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεγαλοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος μεγαλοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεγαλοποιούμαιμεγαλοποιείσαιμεγαλοποιείταιμεγαλοποιούμαστεμεγαλοποιείστεμεγαλοποιούνται
Παρατατικόςμεγαλοποιούμουνμεγαλοποιούσουνμεγαλοποιούντανμεγαλοποιούμασταν / μεγαλοποιούμαστεμεγαλοποιούσασταν / μεγαλοποιούσαστεμεγαλοποιούνταν
Αόριστοςμεγαλοποιήθηκαμεγαλοποιήθηκεςμεγαλοποιήθηκεμεγαλοποιηθήκαμεμεγαλοποιηθήκατεμεγαλοποιήθηκαν / μεγαλοποιηθήκαν / μεγαλοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα μεγαλοποιηθώ / θα μεγαλοποιούμαιθα μεγαλοποιείσαι / θα μεγαλοποιηθείςθα μεγαλοποιείται / θα μεγαλοποιηθείθα μεγαλοποιηθούμε / θα μεγαλοποιούμαστεθα μεγαλοποιείστε / θα μεγαλοποιηθείτεθα μεγαλοποιηθούν / θα μεγαλοποιηθούνε / θα μεγαλοποιούνται
Παρακείμενοςέχω μεγαλοποιηθείέχεις μεγαλοποιηθείέχει μεγαλοποιηθείέχουμε μεγαλοποιηθείέχετε μεγαλοποιηθείέχουν μεγαλοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα μεγαλοποιηθείείχες μεγαλοποιηθείείχε μεγαλοποιηθείείχαμε μεγαλοποιηθείείχατε μεγαλοποιηθείείχαν μεγαλοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιηθώ / να μεγαλοποιούμαινα έχεις μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιείσαι / να μεγαλοποιηθείςνα έχει μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιείται / να μεγαλοποιηθείνα έχουμε μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιηθούμε / να μεγαλοποιούμαστενα έχετε μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιείστε / να μεγαλοποιηθείτενα έχουν μεγαλοποιηθεί / να μεγαλοποιηθούν / να μεγαλοποιηθούνε / να μεγαλοποιούνται
Προστακτική—μεγαλοποιήσου——μεγαλοποιείστε / μεγαλοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →