μεγαλοποιώ
•
- μεταβατικόπεριγράφω κάτι υπερβάλλοντας ως προς τη σημασία του, δίνω σε κάτι σημασία δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την αξία του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγαλοποιώ < μεγάλος + -ποιώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →