Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγαλοπρεπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ακτινοβολεί μεγαλείο, επιβλητικότητα (οικοδόμημα, αξιωματούχος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεγαλοπρεπής < αρχαία ελληνική μεγαλοπρεπής. Συγχρονικά αναλύεται σε μεγαλο- + -πρεπής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγαλοπρεπήςμεγαλοπρεπήςμεγαλοπρεπές
Γενικήμεγαλοπρεπούςμεγαλοπρεπούςμεγαλοπρεπούς
Αιτιατικήμεγαλοπρεπήμεγαλοπρεπήμεγαλοπρεπές
Κλητικήμεγαλοπρεπή / μεγαλοπρεπήςμεγαλοπρεπήςμεγαλοπρεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγαλοπρεπείςμεγαλοπρεπείςμεγαλοπρεπή
Γενικήμεγαλοπρεπώνμεγαλοπρεπώνμεγαλοπρεπών
Αιτιατικήμεγαλοπρεπείςμεγαλοπρεπείςμεγαλοπρεπή
Κλητικήμεγαλοπρεπείςμεγαλοπρεπείςμεγαλοπρεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →