μεγαλουργία
•
- η υλοποίηση σημαντικών / μεγάλων έργων, το να μεγαλουργεί κανείς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγαλουργία < μεγαλ(ος) + -ουργία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγαλουργία | μεγαλουργίες |
| Γενική | μεγαλουργίας | μεγαλουργιών |
| Αιτιατική | μεγαλουργία | μεγαλουργίες |
| Κλητική | μεγαλουργία | μεγαλουργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →