Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγαλοφέρνω

ρήμα
•
  1. λαϊκότροποδείχνω μεγάλος, ίσως μεγαλύτερος από την ηλικία μου (όχι για παιδιά, μόνον για ενηλίκους) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημεγαλοδείχνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεγαλοφέρνω < μεγαλο- + -φέρνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →