μεγαλοφέρνω
•
- λαϊκότροποδείχνω μεγάλος, ίσως μεγαλύτερος από την ηλικία μου (όχι για παιδιά, μόνον για ενηλίκους) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημεγαλοδείχνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγαλοφέρνω < μεγαλο- + -φέρνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →