Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγαλόκαρδος

/me.ɣaˈlo.kaɾ.ðos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κτητικό σύνθετοαυτός που έχει μεγάλη καρδιά, ο καλόκαρδος Βικιλεξικό
    • 1875-1881 Ἰάκωβος Πολυλᾶς, Μετάφρασις Ἰλιάδος, Ε, 547

Ετυμολογία

μεγαλόκαρδος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μεγαλοκάρδιος. Συγχρονικά αναλύεται σε μεγαλό- + καρδ(ιά) + -ος. Παραβάλετε αρχαία ελληνική μεγαλήτωρ.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγαλόκαρδοςμεγαλόκαρδημεγαλόκαρδο
Γενικήμεγαλόκαρδουμεγαλόκαρδηςμεγαλόκαρδου
Αιτιατικήμεγαλόκαρδομεγαλόκαρδημεγαλόκαρδο
Κλητικήμεγαλόκαρδεμεγαλόκαρδημεγαλόκαρδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγαλόκαρδοιμεγαλόκαρδεςμεγαλόκαρδα
Γενικήμεγαλόκαρδωνμεγαλόκαρδωνμεγαλόκαρδων
Αιτιατικήμεγαλόκαρδουςμεγαλόκαρδεςμεγαλόκαρδα
Κλητικήμεγαλόκαρδοιμεγαλόκαρδεςμεγαλόκαρδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →