μεγαλόφωνα
•
- με δυνατή φωνή, λέγοντας κάτι έτσι, ώστε να ακουστεί Βικιλεξικό
- ―Τίποτα, μη δίνεις σημασία. Απλώς σκέφτομαι μεγαλόφωνα.
Ετυμολογία
μεγαλόφωνα < μεγαλόφωνος + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
μεγαλόφωνα < μεγαλόφωνος + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →