Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγανθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βοτανικήπου έχει μεγάλα άνθη Βικιλεξικό
  2. βοτανικήπολυανθής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεγανθής < μεγα- + άνθος + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγανθήςμεγανθήςμεγανθές
Γενικήμεγανθούςμεγανθούςμεγανθούς
Αιτιατικήμεγανθήμεγανθήμεγανθές
Κλητικήμεγανθή / μεγανθήςμεγανθήςμεγανθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγανθείςμεγανθείςμεγανθή
Γενικήμεγανθώνμεγανθώνμεγανθών
Αιτιατικήμεγανθείςμεγανθείςμεγανθή
Κλητικήμεγανθείςμεγανθείςμεγανθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →