μεγεθυντής
•
- συσκευή που συντελεί ή συμβάλλει στη μεγέθυνση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγεθυντής < μεγεθύνω + -τής ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) magnifier)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγεθυντής | μεγεθυντές |
| Γενική | μεγεθυντή | μεγεθυντών |
| Αιτιατική | μεγεθυντή | μεγεθυντές |
| Κλητική | μεγεθυντή | μεγεθυντές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →