μεγεθυντικό
•
- λέξη που παράγεται από άλλη λέξη και μεγαλώνει (ή υπερβάλλει) τη λέξη από την οποία προέρχεται, κατάληξη -ας και -άς κεφάλας, δοντάς, κοιλαράς Βικιλεξικό
- η κουτάλα και η τριχάρα είναι μεγεθυντικά των λέξεων κουτάλι και τρίχα'
- αρχαία ελληνική με συνήθεις καταλήξεις -ίας -ων, μέτωπον μετωπίας γαστήρ γάστρων χείλος χείλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγεθυντικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο μεγεθυντικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγεθυντικό | μεγεθυντικά |
| Γενική | μεγεθυντικού | μεγεθυντικών |
| Αιτιατική | μεγεθυντικό | μεγεθυντικά |
| Κλητική | μεγεθυντικό | μεγεθυντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →