Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγεθυντικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λέξη που παράγεται από άλλη λέξη και μεγαλώνει (ή υπερβάλλει) τη λέξη από την οποία προέρχεται, κατάληξη -ας και -άς κεφάλας, δοντάς, κοιλαράς Βικιλεξικό
    • η κουτάλα και η τριχάρα είναι μεγεθυντικά των λέξεων κουτάλι και τρίχα'
  2. αρχαία ελληνική με συνήθεις καταλήξεις -ίας -ων, μέτωπον μετωπίας γαστήρ γάστρων χείλος χείλων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεγεθυντικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο μεγεθυντικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεγεθυντικόμεγεθυντικά
Γενικήμεγεθυντικούμεγεθυντικών
Αιτιατικήμεγεθυντικόμεγεθυντικά
Κλητικήμεγεθυντικόμεγεθυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →