μεζεδάδικο
•
- λαϊκότροποκατάστημα που σερβίρει μεζέδες και ποτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεζεδάδικο < μεζέδ(ες) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεζεδάδικο | μεζεδάδικα |
| Γενική | μεζεδάδικου | μεζεδάδικων |
| Αιτιατική | μεζεδάδικο | μεζεδάδικα |
| Κλητική | μεζεδάδικο | μεζεδάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →