Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεζεκλής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που του αρέσουν οι μεζέδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεζεκλής < μεζές + ανάπτυξη [k] + -λής κατά τα εις -κλής (μερακλής) < τουρκική mezelik < meze < περσική مزه (mæˈze)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεζεκλήςμεζεκλήδες
Γενικήμεζεκλήμεζεκλήδων
Αιτιατικήμεζεκλήμεζεκλήδες
Κλητικήμεζεκλήμεζεκλήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →