Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεζεκλίδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του αρέσουν οι μεζέδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεζεκλίδικος < μεζεκλής + -ίδικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεζεκλίδικοςμεζεκλίδικη / μεζεκλίδικιαμεζεκλίδικο
Γενικήμεζεκλίδικουμεζεκλίδικηςμεζεκλίδικου
Αιτιατικήμεζεκλίδικομεζεκλίδικημεζεκλίδικο
Κλητικήμεζεκλίδικεμεζεκλίδικημεζεκλίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεζεκλίδικοιμεζεκλίδικεςμεζεκλίδικα
Γενικήμεζεκλίδικωνμεζεκλίδικωνμεζεκλίδικων
Αιτιατικήμεζεκλίδικουςμεζεκλίδικεςμεζεκλίδικα
Κλητικήμεζεκλίδικοιμεζεκλίδικεςμεζεκλίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →