μεζεκλού
•
- θηλυκό του μεζεκλής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεζεκλού < μεζεκλ(ής) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεζεκλού | μεζεκλούδες |
| Γενική | μεζεκλούς | μεζεκλούδων |
| Αιτιατική | μεζεκλού | μεζεκλούδες |
| Κλητική | μεζεκλού | μεζεκλούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →