Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεζεκλού

/me.zeˈklu/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του μεζεκλής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεζεκλού < μεζεκλ(ής) + κατάληξη θηλυκού -ού

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεζεκλούμεζεκλούδες
Γενικήμεζεκλούςμεζεκλούδων
Αιτιατικήμεζεκλούμεζεκλούδες
Κλητικήμεζεκλούμεζεκλούδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →