μεζελίκι
•
- ωραίος κι εκλεκτός μεζές Βικιλεξικό
- ορεκτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεζελίκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική mezelik < meze < περσική مزه (mæˈze)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεζελίκι | μεζελίκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μεζελίκι | μεζελίκια |
| Κλητική | μεζελίκι | μεζελίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →