Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεζονέτα

/me.zoˈne.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχιτεκτονικήδιώροφη μονοκατοικία (ή διαμέρισμα) με εσωτερική σκάλα Βικιλεξικό
    • Το νέο καθεστώς φορολογίας θα αφορά περισσότερους από 3.500.000 ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, μεζονετών, μονοκατοικιών, επαγγελματικών ακινήτων, οικοπέδων, κ.ά. και είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει αρνητικά τις τσέπες των νοικοκυριών. (@tovima.gr)
    • Τι σπίτι; Μια μεζονέτα που ο Ρίκος τη χάζευε με ανοιχτό το στόμα, μην μπορώντας να χωνέψει την ιδέα πως θα έμενε σʼ αυτήν τη μεγαλοαστική συνοικία.

Ετυμολογία

μεζονέτα < λόγιο δάνειο από την αγγλική maisonette + -α < γαλλική maisonette < γαλλική maison (οικία) + -ette ή λόγιο δάνειο από τη γαλλική maisonette

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεζονέταμεζονέτες
Γενικήμεζονέταςμεζονετών
Αιτιατικήμεζονέταμεζονέτες
Κλητικήμεζονέταμεζονέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →