μεζονέτα
•
- αρχιτεκτονικήδιώροφη μονοκατοικία (ή διαμέρισμα) με εσωτερική σκάλα Βικιλεξικό
- Το νέο καθεστώς φορολογίας θα αφορά περισσότερους από 3.500.000 ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, μεζονετών, μονοκατοικιών, επαγγελματικών ακινήτων, οικοπέδων, κ.ά. και είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει αρνητικά τις τσέπες των νοικοκυριών. (@tovima.gr)
- Τι σπίτι; Μια μεζονέτα που ο Ρίκος τη χάζευε με ανοιχτό το στόμα, μην μπορώντας να χωνέψει την ιδέα πως θα έμενε σʼ αυτήν τη μεγαλοαστική συνοικία.
Ετυμολογία
μεζονέτα < λόγιο δάνειο από την αγγλική maisonette + -α < γαλλική maisonette < γαλλική maison (οικία) + -ette ή λόγιο δάνειο από τη γαλλική maisonette
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεζονέτα | μεζονέτες |
| Γενική | μεζονέτας | μεζονετών |
| Αιτιατική | μεζονέτα | μεζονέτες |
| Κλητική | μεζονέτα | μεζονέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →