μεζούρα
•
- είδος εύκαμπτου μέτρου που χρησιμοποιούν συνήθως οι ράφτες Βικιλεξικό
- Στη διαδικασία μέτρησης χρησιμοποιούμε όργανα όπως υποδεκάμετρο, η μεζούρα και το πτυσσόμενο μέτρο (Βασίλης Γρηγορίου, Νάντια Παπαγεωργίου, Κατακτώ την κορυφή - Φυσική Α΄ Γυμνασίου, εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 29)
- κουζινικάοποιοδήποτε δοχείο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί σαν μονάδα μέτρησης Βικιλεξικό
- Χρησιμοποιούμε για μεζούρα μια κούπα του καφέ, δηλαδή 250 ml.
- Έβαλε στο σέικερ μια μεζούρα τζιν, κάτι άλλο που πρέπει να ήταν βότκα και γύρισε προς την κάβα με τα ποτά.
Ετυμολογία
μεζούρα < (άμεσο δάνειο) βενετική mesura (ιταλική misura) < λατινική mēnsūra (μέτρο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεζούρα | μεζούρες |
| Γενική | μεζούρας | — |
| Αιτιατική | μεζούρα | μεζούρες |
| Κλητική | μεζούρα | μεζούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →