Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθαδόνη

/me.θaˈðo.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φαρμακευτικήσυνθετικό ναρκωτικό που έχει αναλγητική δράση και χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο για την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά Βικιλεξικό
    • Και φυσικά μας τριγυρίζουν διαρκώς εξαρτημένοι που νομίζουν ότι η ένταξη στο δικό μας πρόγραμμα υποστήριξης σημαίνει δωρεάν μεθαδόνη. (Χίλντα Παπαδημητρίου, Ένοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίου, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
    • Η Γερμανία είναι υπερεξαρτημένη από τις εξαγωγές, ενώ η Ελλάδα είναι υπερεξαρτημένη από το δανεισμό σαν «ηρωίνη» και χρειάζεται μεταβατικά τη «μεθαδόνη», το φθηνότερο δανεισμό μέσω ευρωομολόγου. (Μίμης Ανδρουλάκης, Ε, Πρόεδρε!, εκδ. Καστανιώτη, 2012)

Ετυμολογία

μεθαδόνη < (ορθογραφικό δάνειο) αγγλική methadon

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεθαδόνημεθαδόνες
Γενικήμεθαδόνηςμεθαδονών
Αιτιατικήμεθαδόνημεθαδόνες
Κλητικήμεθαδόνημεθαδόνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →