Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθαυριανός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που θα γίνει, θα πραγματοποιηθεί ή θα φτιαχτεί μεθαύριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεθαυριανός < (ελληνιστική κοινή) μεθαύριον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθαυριανόςμεθαυριανήμεθαυριανό
Γενικήμεθαυριανούμεθαυριανήςμεθαυριανού
Αιτιατικήμεθαυριανόμεθαυριανήμεθαυριανό
Κλητικήμεθαυριανέμεθαυριανήμεθαυριανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθαυριανοίμεθαυριανέςμεθαυριανά
Γενικήμεθαυριανώνμεθαυριανώνμεθαυριανών
Αιτιατικήμεθαυριανούςμεθαυριανέςμεθαυριανά
Κλητικήμεθαυριανοίμεθαυριανέςμεθαυριανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →