Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθευρετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μαθηματικάπου αφορά αλγόριθμο / μέθοδο επίλυσης που συνδυάζει διαδικασίες ευρετικού (heuristic) αλγορίθμου και άλλες στρατηγικές, προκειμένου να βρεθεί μια αρκετά καλή λύση σε ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης, ειδικά με ελλιπείς ή ατελείς πληροφορίες ή περιορισμένη υπολογιστική ικανότητα Βικιλεξικό
  2. μαθηματικάμεθευρετική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεθευρετικός < μεθ- + ευρετικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική metaheuristic / metaheuristical)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθευρετικόςμεθευρετικήμεθευρετικό
Γενικήμεθευρετικούμεθευρετικήςμεθευρετικού
Αιτιατικήμεθευρετικόμεθευρετικήμεθευρετικό
Κλητικήμεθευρετικέμεθευρετικήμεθευρετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθευρετικοίμεθευρετικέςμεθευρετικά
Γενικήμεθευρετικώνμεθευρετικώνμεθευρετικών
Αιτιατικήμεθευρετικούςμεθευρετικέςμεθευρετικά
Κλητικήμεθευρετικοίμεθευρετικέςμεθευρετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →