μεθευρετικός
•
- μαθηματικάπου αφορά αλγόριθμο / μέθοδο επίλυσης που συνδυάζει διαδικασίες ευρετικού (heuristic) αλγορίθμου και άλλες στρατηγικές, προκειμένου να βρεθεί μια αρκετά καλή λύση σε ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης, ειδικά με ελλιπείς ή ατελείς πληροφορίες ή περιορισμένη υπολογιστική ικανότητα Βικιλεξικό
- μαθηματικάμεθευρετική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεθευρετικός < μεθ- + ευρετικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική metaheuristic / metaheuristical)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεθευρετικός | μεθευρετική | μεθευρετικό |
| Γενική | μεθευρετικού | μεθευρετικής | μεθευρετικού |
| Αιτιατική | μεθευρετικό | μεθευρετική | μεθευρετικό |
| Κλητική | μεθευρετικέ | μεθευρετική | μεθευρετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεθευρετικοί | μεθευρετικές | μεθευρετικά |
| Γενική | μεθευρετικών | μεθευρετικών | μεθευρετικών |
| Αιτιατική | μεθευρετικούς | μεθευρετικές | μεθευρετικά |
| Κλητική | μεθευρετικοί | μεθευρετικές | μεθευρετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →