Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθοδευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μεθόδευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεθοδευτικός < ελληνιστική κοινή μεθοδευτικός < μεθοδεύω < αρχαία ελληνική μέθοδος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθοδευτικόςμεθοδευτικήμεθοδευτικό
Γενικήμεθοδευτικούμεθοδευτικήςμεθοδευτικού
Αιτιατικήμεθοδευτικόμεθοδευτικήμεθοδευτικό
Κλητικήμεθοδευτικέμεθοδευτικήμεθοδευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθοδευτικοίμεθοδευτικέςμεθοδευτικά
Γενικήμεθοδευτικώνμεθοδευτικώνμεθοδευτικών
Αιτιατικήμεθοδευτικούςμεθοδευτικέςμεθοδευτικά
Κλητικήμεθοδευτικοίμεθοδευτικέςμεθοδευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →