μεθοδικός
•
- που δουλεύει με μέθοδο, ακολουθεί ένα σχεδιασμό στη δουλειά του με προσεκτικά επιλεγμένα βήματα Βικιλεξικό
- μεθοδικός άνθρωπος
- που γίνεται ακολουθώντας μία μέθοδο Βικιλεξικό
- μεθοδική δουλειά
Ετυμολογία
μεθοδικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεθοδικός | μεθοδική | μεθοδικό |
| Γενική | μεθοδικού | μεθοδικής | μεθοδικού |
| Αιτιατική | μεθοδικό | μεθοδική | μεθοδικό |
| Κλητική | μεθοδικέ | μεθοδική | μεθοδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεθοδικοί | μεθοδικές | μεθοδικά |
| Γενική | μεθοδικών | μεθοδικών | μεθοδικών |
| Αιτιατική | μεθοδικούς | μεθοδικές | μεθοδικά |
| Κλητική | μεθοδικοί | μεθοδικές | μεθοδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →