Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθοδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δουλεύει με μέθοδο, ακολουθεί ένα σχεδιασμό στη δουλειά του με προσεκτικά επιλεγμένα βήματα Βικιλεξικό
    • μεθοδικός άνθρωπος
  2. που γίνεται ακολουθώντας μία μέθοδο Βικιλεξικό
    • μεθοδική δουλειά

Ετυμολογία

μεθοδικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθοδικόςμεθοδικήμεθοδικό
Γενικήμεθοδικούμεθοδικήςμεθοδικού
Αιτιατικήμεθοδικόμεθοδικήμεθοδικό
Κλητικήμεθοδικέμεθοδικήμεθοδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθοδικοίμεθοδικέςμεθοδικά
Γενικήμεθοδικώνμεθοδικώνμεθοδικών
Αιτιατικήμεθοδικούςμεθοδικέςμεθοδικά
Κλητικήμεθοδικοίμεθοδικέςμεθοδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →