Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθόδευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. Η δρομολόγηση εξελίξεων με έμμεσο τρόπο, η πρόκληση του επιθυμητού αποτελέσματος με πλάγια μέσα, η χειραγώγηση. Βικιλεξικό
    • Η μεθόδευση της απόλυσης έγινε με ανάθεση περίπλοκων και δύσκολων εργασιών, με τον ορισμό μη ρεαλιστικών χρονοδιαγραμμάτων, με ...
  2. Η εφαρμογή μεθόδων άμεσων αλλά ανήθικων, οι κωλυσιεργίες, η επινόηση νομότυπων μεθόδων, τα κόλπα, τα νομικά τερτίπια. Βικιλεξικό
    • Οι πρωτοφανείς μεθοδεύσεις και επίδειξη ισχύος που μεταχειρίστηκε η κυβερνητική πλειοψηφία χθες στη Βουλή, προκειμένου να ψηφιστεί....
  3. Η τακτοποίηση των ενεργειών, η ανεύρεση μεθόδου για το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα. Βικιλεξικό
    • Η μεθόδευση της διδασκαλίας στην πολυπολιτισμική τάξη

Ετυμολογία

μεθόδευση < μεθόδευσις, λέξη της καθαρεύουσας < από το επίσης λόγιο μεθοδεύομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεθόδευσημεθοδεύσεις
Γενικήμεθόδευσηςμεθοδεύσεων
Αιτιατικήμεθόδευσημεθοδεύσεις
Κλητικήμεθόδευσημεθοδεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →