μεθόδευση
•
- Η δρομολόγηση εξελίξεων με έμμεσο τρόπο, η πρόκληση του επιθυμητού αποτελέσματος με πλάγια μέσα, η χειραγώγηση. Βικιλεξικό
- Η μεθόδευση της απόλυσης έγινε με ανάθεση περίπλοκων και δύσκολων εργασιών, με τον ορισμό μη ρεαλιστικών χρονοδιαγραμμάτων, με ...
- Η εφαρμογή μεθόδων άμεσων αλλά ανήθικων, οι κωλυσιεργίες, η επινόηση νομότυπων μεθόδων, τα κόλπα, τα νομικά τερτίπια. Βικιλεξικό
- Οι πρωτοφανείς μεθοδεύσεις και επίδειξη ισχύος που μεταχειρίστηκε η κυβερνητική πλειοψηφία χθες στη Βουλή, προκειμένου να ψηφιστεί....
- Η τακτοποίηση των ενεργειών, η ανεύρεση μεθόδου για το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα. Βικιλεξικό
- Η μεθόδευση της διδασκαλίας στην πολυπολιτισμική τάξη
Ετυμολογία
μεθόδευση < μεθόδευσις, λέξη της καθαρεύουσας < από το επίσης λόγιο μεθοδεύομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεθόδευση | μεθοδεύσεις |
| Γενική | μεθόδευσης | μεθοδεύσεων |
| Αιτιατική | μεθόδευση | μεθοδεύσεις |
| Κλητική | μεθόδευση | μεθοδεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →