Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθύσι

/meˈθi.si/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κυριολεκτικά ή μεταφορικά: η μέθη Βικιλεξικό
    • έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
    • Δε μιλούσε κανείς. Ο Ματίας κούρνιαζε κάτω από το κουβούκλιο κυριευμένος από μια εσωτερική, ακαταστάλακτη ταραχή. Ο κύρης του έδειχνε απρόβλεπτος, κανείς δεν μπορούσε να είναι βέβαιος πού θα τους έσερνε εκείνο το βράδυ στο μεθύσι του. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκη, 2016)

Ετυμολογία

μεθύσι < μεσαιωνική ελληνική μεθύσιν < αρχαία ελληνική μεθύσειν, απαρέμφατο μέλλοντα του ρήματος μεθύω < μέθυ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *médʰu (μέλι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεθύσιμεθύσια
Γενικήμεθυσιούμεθυσιών
Αιτιατικήμεθύσιμεθύσια
Κλητικήμεθύσιμεθύσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →