Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθύστακας

/meˈθi.sta.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικείοο μέθυσος Βικιλεξικό
    • Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες των καφέ σαντάν, γεροπαραλυμένους που έστελναν δαχτυλίδια και κολιέ σε θεατρίνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Παλιές και νέες χώρες, εκδ. Πατάκης, 2023)

Ετυμολογία

μεθύστακας < θέμα μεθυστ- (ελληνιστική κοινή μεθυστής) + -ακας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεθύστακαςμεθύστακες
Γενικήμεθύστακα—
Αιτιατικήμεθύστακαμεθύστακες
Κλητικήμεθύστακαμεθύστακες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →