μειδίαμα
•
- το αμυδρό χαμόγελο Βικιλεξικό
- Ο Κλάιν δεν επέμεινε, στο πρόσωπό του όμως είδα να διαγράφεται ένα δύσπιστο και ελαφρά ειρωνικό μειδίαμα. (Τεύκρος Μιχαηλίδης (2006) Πυθαγόρεια Εγκλήματα [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
μειδίαμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μειδίαμα < μειδιῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μειδίαμα | μειδιάματα |
| Γενική | μειδιάματος | μειδιαμάτων |
| Αιτιατική | μειδίαμα | μειδιάματα |
| Κλητική | μειδίαμα | μειδιάματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →