μειονεκτώ
•
- είμαι σε κατώτερη θέση ή σε πιο άσχημη κατάσταση συγκρινόμενος με άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μειονεκτώ < αρχαία ελληνική μειονεκτέω / μειονεκτῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μειονεκτώ | μειονεκτείς | μειονεκτεί | μειονεκτούμε | μειονεκτείτε | μειονεκτούν / μειονεκτούνε |
| Παρατατικός | μειονεκτούσα | μειονεκτούσες | μειονεκτούσε | μειονεκτούσαμε | μειονεκτούσατε | μειονεκτούσαν / μειονεκτούσανε |
| Αόριστος | μειονέκτησα | μειονέκτησες | μειονέκτησε | μειονεκτήσαμε | μειονεκτήσατε | μειονέκτησαν / μειονεκτήσαν / μειονεκτήσανε |
| Μέλλοντας | θα μειονεκτήσω / θα μειονεκτώ | θα μειονεκτήσεις / θα μειονεκτείς | θα μειονεκτήσει / θα μειονεκτεί | θα μειονεκτήσουμε / θα μειονεκτούμε | θα μειονεκτήσετε / θα μειονεκτείτε | θα μειονεκτήσουν / θα μειονεκτήσουνε / θα μειονεκτούν / θα μειονεκτούνε |
| Παρακείμενος | έχω μειονεκτήσει | έχεις μειονεκτήσει | έχει μειονεκτήσει | έχουμε μειονεκτήσει | έχετε μειονεκτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μειονεκτήσει | είχες μειονεκτήσει | είχε μειονεκτήσει | είχαμε μειονεκτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μειονεκτήσει / να μειονεκτήσω / να μειονεκτώ | να έχεις μειονεκτήσει / να μειονεκτήσεις / να μειονεκτείς | να έχει μειονεκτήσει / να μειονεκτήσει / να μειονεκτεί | να έχουμε μειονεκτήσει / να μειονεκτήσουμε / να μειονεκτούμε | να έχετε μειονεκτήσει / να μειονεκτήσετε / να μειονεκτείτε | να μειονεκτήσουν / να μειονεκτήσουνε / να μειονεκτούν / να μειονεκτούνε |
| Προστακτική | — | μειονέκτει / μειονέκτησε | — | — | μειονεκτήστε / μειονεκτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →