μειονοτικός
•
- που σχετίζεται με την μειονότητα ή που την απαρτίζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μειονοτικός < μειονότ(ητα) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μειονοτικός | μειονοτική | μειονοτικό |
| Γενική | μειονοτικού | μειονοτικής | μειονοτικού |
| Αιτιατική | μειονοτικό | μειονοτική | μειονοτικό |
| Κλητική | μειονοτικέ | μειονοτική | μειονοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μειονοτικοί | μειονοτικές | μειονοτικά |
| Γενική | μειονοτικών | μειονοτικών | μειονοτικών |
| Αιτιατική | μειονοτικούς | μειονοτικές | μειονοτικά |
| Κλητική | μειονοτικοί | μειονοτικές | μειονοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →