Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μειονοτικός

/mi.o.no.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την μειονότητα ή που την απαρτίζεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μειονοτικός < μειονότ(ητα) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμειονοτικόςμειονοτικήμειονοτικό
Γενικήμειονοτικούμειονοτικήςμειονοτικού
Αιτιατικήμειονοτικόμειονοτικήμειονοτικό
Κλητικήμειονοτικέμειονοτικήμειονοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμειονοτικοίμειονοτικέςμειονοτικά
Γενικήμειονοτικώνμειονοτικώνμειονοτικών
Αιτιατικήμειονοτικούςμειονοτικέςμειονοτικά
Κλητικήμειονοτικοίμειονοτικέςμειονοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →