μειονότητα
•
- τμήμα του πληθυσμού ενός τόπου ή χώρας, συνήθως μικρό, που διαφέρει ως προς την καταγωγή ή τη θρησκεία ή τη γλώσσα από το μεγαλύτερο αριθμητικά τμήμα αυτού του πληθυσμού Βικιλεξικό
- σπάνιομειοψηφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μειονότητα < (καθαρεύουσα) μειν(ότης) (μαρτυρείται από το 1889) + -ότητα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική minorité) < μείον (μεῖον) + -ότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μειονότητα | μειονότητες |
| Γενική | μειονότητας | μειονοτήτων |
| Αιτιατική | μειονότητα | μειονότητες |
| Κλητική | μειονότητα | μειονότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →