μειώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος μειώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μειώνομαι | μειώνεσαι | μειώνεται | μειωνόμαστε | μειώνεστε | μειώνονται |
| Παρατατικός | μειωνόμουν / μειωνόμουνα | μειωνόσουν / μειωνόσουνα | μειωνόταν / μειωνότανε | μειωνόμασταν / μειωνόμαστε | μειωνόσασταν / μειωνόσαστε | μειωνόντουσαν / μειώνονταν |
| Αόριστος | μειώθηκα | μειώθηκες | μειώθηκε | μειωθήκαμε | μειωθήκατε | μειωθήκαν / μειωθήκανε / μειώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα μειωθώ / θα μειώνομαι | θα μειωθείς / θα μειώνεσαι | θα μειωθεί / θα μειώνεται | θα μειωθούμε / θα μειωνόμαστε | θα μειωθείτε / θα μειώνεστε | θα μειωθούν / θα μειωθούνε / θα μειώνονται |
| Παρακείμενος | έχω μειωθεί | έχεις μειωθεί | έχει μειωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μειωθεί | είχες μειωθεί | είχε μειωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μειωθεί / να μειωθώ / να μειώνομαι | να έχεις μειωθεί / να μειωθείς / να μειώνεσαι | να έχει μειωθεί / να μειωθεί / να μειώνεται | να μειωθούμε / να μειωνόμαστε | να μειωθείτε / να μειώνεστε | να μειωθούν / να μειωθούνε / να μειώνονται |
| Προστακτική | — | μειώνου / μειώσου | — | — | μειωθείτε / μειώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →