μελάς
•
- επάγγελμααυτός που παράγει ή/και εμπορεύεται μέλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελάς < μέλ(ι) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μελάς | μελάδες |
| Γενική | μελά | μελάδων |
| Αιτιατική | μελά | μελάδες |
| Κλητική | μελά | μελάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →