μελάσα
•
- γαστρονομίασκουρόχρωμο γλυκό και παχύρρευστο υγρό που δημιουργείται κατά την κρυστάλλωση της ζάχαρης και που χρησιμοποιείται ευρέως στην παραγωγή οινοπνευματωδών ποτών, στην παραγωγή ζύμης αρτοποιίας, ζωοτροφών κ.ά. Βικιλεξικό
- μπισκότα μελασών
Ετυμολογία
μελάσα < ιταλική melassa < γαλλική mélasse < ισπανική melaza < υστερολατινική mellaceus < λατινική mel (μέλι) < πρωτοϊταλική *meli < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mélid
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μελάσα | μελάσες |
| Γενική | μελάσας | μελασών |
| Αιτιατική | μελάσα | μελάσες |
| Κλητική | μελάσα | μελάσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →