μελίχλωρος
•
- σπάνιοπου έχει το χρώμα του μελιού, κίτρινος Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Δ΄ στίχ. 250 αρχική έκδοση: 1938
- τυρίένα παραδοσιακό τυρί που παρασκευάζεται στο νησί της Λήμνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελίχλωρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μελίχλωρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μελίχλωρος | μελίχλωρη | μελίχλωρο |
| Γενική | μελίχλωρου | μελίχλωρης | μελίχλωρου |
| Αιτιατική | μελίχλωρο | μελίχλωρη | μελίχλωρο |
| Κλητική | μελίχλωρε | μελίχλωρη | μελίχλωρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μελίχλωροι | μελίχλωρες | μελίχλωρα |
| Γενική | μελίχλωρων | μελίχλωρων | μελίχλωρων |
| Αιτιατική | μελίχλωρους | μελίχλωρες | μελίχλωρα |
| Κλητική | μελίχλωροι | μελίχλωρες | μελίχλωρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →