μελαμίνη
•
- χημείααρωματική ένωση που χρησιμοποιείται (ανάμεσα στα άλλα) στην κατασκευή βερνικιών Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηειδική κατασκευή, που μοιάζει με ξύλο, περιέχει μελαμίνη και τη χρησιμοποιούν στην επιπλοποιία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελαμίνη < γερμανική Melamin < αρχαία ελληνική μέλας + Amin (αμίνη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μελαμίνη | μελαμίνες |
| Γενική | μελαμίνης | μελαμινών |
| Αιτιατική | μελαμίνη | μελαμίνες |
| Κλητική | μελαμίνη | μελαμίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →