Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελανάδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη μελανιά, η μαυρισιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μελανάδα < μεσαιωνική ελληνική μελανάδα < μελαν(ός) + -άδα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμελανάδαμελανάδες
Γενικήμελανάδαςμελανάδων
Αιτιατικήμελανάδαμελανάδες
Κλητικήμελανάδαμελανάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →