μελανείο
•
- πλάκα που επιχρίεται με ειδικό μελάνι για να εκτυπώνει χειροκίνητα τα δοκίμια Βικιλεξικό
- το εξάρτημα του πιεστηρίου που μεταφέρει το μελάνι στους κυλίνδρους για να τυπώσει μια σελίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελανείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μελανεῖον, (μαρτυρείται από το 1889) < μελάν(η) + -εῖον (-είο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μελανείο | μελανεία |
| Γενική | μελανείου | μελανείων |
| Αιτιατική | μελανείο | μελανεία |
| Κλητική | μελανείο | μελανεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →