μελανιάζω
•
- αμετάβατογίνομαι μελανός, μαυρίζω ή μπλαβίζω εξαιτίας κτυπήματος (αιμάτωμα), από το κρύο, από το κλάμα ή από φόβο Βικιλεξικό
- Τι βουτιές, τι πλατσουρίσματα, τι χοροπηδήματα, τι πατητές, τι το ξερό, μέχρι να ξεθεωθούμε. Η μαμά από κοντά, έβγαινε πιό γρήγορα, λέγοντας και σε μας: « Μπρός, έξω τώρα !!!». Πριτς εμείς: «Ακόμα λίγο ρε μαμά !!!!» και μπλούμ βουτιά !!!. Γύριζε σε λίγο κρατώντας ανοιχτή την πετσέτα, σαν ταυρομάχος μπροστά στον ταύρο. «Ελάτε τώρα ντεεεε, εσένα μικρή έχουν μελανιάσει οι χούφτες και τα χείλια σου, τα δάχτυλά σου έχουν φαφατιάσει καλέεε, θα αρρωστήσεις απο τις αμυγδαλές σου και δε θα την ξαναδείς τη θάλασσα πιά. (Βασιλική Καλογεροπούλου, Τα μπάνια του λαού και τα… κερασάκια, Πάμισος-Μεσσήνη, 26/7/2021 http://pamisos-messini.gr/articles/%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%B1/)
- μεταβατικόκάνω κάτι μελανό Βικιλεξικό
- την τράβηξε απότομα από το χέρι και της το μελάνιασε
Ετυμολογία
μελανιάζω < μελαν(ός) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μελανιάζω | μελανιάζεις | μελανιάζει | μελανιάζουμε | μελανιάζετε | μελανιάζουν / μελανιάζουνε |
| Παρατατικός | μελάνιαζα | μελάνιαζες | μελάνιαζε | μελανιάζαμε | μελανιάζατε | μελάνιαζαν / μελανιάζαν / μελανιάζανε |
| Αόριστος | μελάνιασα | μελάνιασες | μελάνιασε | μελανιάσαμε | μελανιάσατε | μελάνιασαν / μελανιάσαν / μελανιάσανε |
| Μέλλοντας | θα μελανιάζω / θα μελανιάσω | θα μελανιάζεις / θα μελανιάσεις | θα μελανιάζει / θα μελανιάσει | θα μελανιάζουμε / θα μελανιάσουμε | θα μελανιάζετε / θα μελανιάσετε | θα μελανιάζουν / θα μελανιάζουνε / θα μελανιάσουν / θα μελανιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μελανιάσει | έχεις μελανιάσει | έχει μελανιάσει | έχουμε μελανιάσει | έχετε μελανιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μελανιάσει | είχες μελανιάσει | είχε μελανιάσει | είχαμε μελανιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μελανιάσει / να μελανιάζω / να μελανιάσω | να έχεις μελανιάσει / να μελανιάζεις / να μελανιάσεις | να έχει μελανιάσει / να μελανιάζει / να μελανιάσει | να έχουμε μελανιάσει / να μελανιάζουμε / να μελανιάσουμε | να έχετε μελανιάσει / να μελανιάζετε / να μελανιάσετε | να μελανιάζουν / να μελανιάζουνε / να μελανιάσουν / να μελανιάσουνε |
| Προστακτική | — | μελάνιαζε / μελάνιασε | — | — | μελανιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μελανιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →