μελανούρι
•
- ψάρι του αλμυρού νερού με μαύρη γραμμή στην ουρά, της οικογένειας των Σπαριδών, το μοναδικό του γένους Oblada (oblada melanura) Βικιλεξικό
- μεταφορικάόμορφη μελαχρινή νέα (ή και νέος) Βικιλεξικό
- Ὁ ἕτερος ἀστυφύλακας μέ τό αὐτόματο σταμάτησε στήν ἐξώθυρα ἕνα ζευγαράκι, μελανούρι ἡ λεγάμενη, καί ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς τούς λέει ἐφόσον ἡ ταυτότητα δηλώνει ἄλλη διεύθυνση (Αλέξανδρος Κοτζιάς, Αντιποίηση αρχής: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 1979, σελ. 145)
Ετυμολογία
μελανούρι < μεσαιωνική ελληνική μελανούρι(ν) < αρχαία ελληνική μελάνουρος < μέλας + οὐρά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μελανούρι | μελανούρια |
| Γενική | μελανουριού | μελανουριών |
| Αιτιατική | μελανούρι | μελανούρια |
| Κλητική | μελανούρι | μελανούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →