μελανώνω
•
- καλύπτω κάτι με μελάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελανώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μελανώνω | μελανώνεις | μελανώνει | μελανώνουμε | μελανώνετε | μελανώνουν / μελανώνουνε |
| Παρατατικός | μελάνωνα | μελάνωνες | μελάνωνε | μελανώναμε | μελανώνατε | μελάνωναν / μελανώναν / μελανώνανε |
| Αόριστος | μελάνωσα | μελάνωσες | μελάνωσε | μελανώσαμε | μελανώσατε | μελάνωσαν / μελανώσαν / μελανώσανε |
| Μέλλοντας | θα μελανώνω / θα μελανώσω | θα μελανώνεις / θα μελανώσεις | θα μελανώνει / θα μελανώσει | θα μελανώνουμε / θα μελανώσουμε | θα μελανώνετε / θα μελανώσετε | θα μελανώνουν / θα μελανώνουνε / θα μελανώσουν / θα μελανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μελανώσει | έχεις μελανώσει | έχει μελανώσει | έχουμε μελανώσει | έχετε μελανώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μελανώσει | είχες μελανώσει | είχε μελανώσει | είχαμε μελανώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μελανώσει / να μελανώνω / να μελανώσω | να έχεις μελανώσει / να μελανώνεις / να μελανώσεις | να έχει μελανώσει / να μελανώνει / να μελανώσει | να έχουμε μελανώσει / να μελανώνουμε / να μελανώσουμε | να έχετε μελανώσει / να μελανώνετε / να μελανώσετε | να μελανώνουν / να μελανώνουνε / να μελανώσουν / να μελανώσουνε |
| Προστακτική | — | μελάνωνε / μελάνωσε | — | — | μελανώνετε / μελανώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →