Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελεαγρίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πτηνόείδος πουλιού, χαρακτηριστική αντιπρόσωπος της τάξης ορνιθόμορφα (επιστημονική ονομασία numidia meleagris) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μελεαγρίδα < αρχαία ελληνική μελεαγρίς < Μελέαγρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμελεαγρίδαμελεαγρίδες
Γενικήμελεαγρίδαςμελεαγρίδων
Αιτιατικήμελεαγρίδαμελεαγρίδες
Κλητικήμελεαγρίδαμελεαγρίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →