μελετητήριο
•
- ο χώρος μελέτης για παιδιά που πηγαίνουν σχολείο κυρίως Δημοτικού και Γυμνασίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελετητήριο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μελετητήριο | μελετητήρια |
| Γενική | μελετητήριου / μελετητηρίου | μελετητήριων / μελετητηρίων |
| Αιτιατική | μελετητήριο | μελετητήρια |
| Κλητική | μελετητήριο | μελετητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →