Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελετητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μελέτη ή μελετητή ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μελετητικός < μελετητής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμελετητικόςμελετητικήμελετητικό
Γενικήμελετητικούμελετητικήςμελετητικού
Αιτιατικήμελετητικόμελετητικήμελετητικό
Κλητικήμελετητικέμελετητικήμελετητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμελετητικοίμελετητικέςμελετητικά
Γενικήμελετητικώνμελετητικώνμελετητικών
Αιτιατικήμελετητικούςμελετητικέςμελετητικά
Κλητικήμελετητικοίμελετητικέςμελετητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →