μελετητικός
•
- που έχει σχέση με μελέτη ή μελετητή ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελετητικός < μελετητής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μελετητικός | μελετητική | μελετητικό |
| Γενική | μελετητικού | μελετητικής | μελετητικού |
| Αιτιατική | μελετητικό | μελετητική | μελετητικό |
| Κλητική | μελετητικέ | μελετητική | μελετητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μελετητικοί | μελετητικές | μελετητικά |
| Γενική | μελετητικών | μελετητικών | μελετητικών |
| Αιτιατική | μελετητικούς | μελετητικές | μελετητικά |
| Κλητική | μελετητικοί | μελετητικές | μελετητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →