Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελικός

/me.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φιλολογίαπου σχετίζεται με την μουσική, συγκεκριμένα με τη μελωδία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μελικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μελικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμελικόςμελικήμελικό
Γενικήμελικούμελικήςμελικού
Αιτιατικήμελικόμελικήμελικό
Κλητικήμελικέμελικήμελικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμελικοίμελικέςμελικά
Γενικήμελικώνμελικώνμελικών
Αιτιατικήμελικούςμελικέςμελικά
Κλητικήμελικοίμελικέςμελικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →