μελισμός
•
- χριστιανισμόςο τεμαχισμός του τετράγωνου μέρους της σφραγίδας του πρόσφορου κατά την προετοιμασία των Τιμίων Δώρων στη Θεία Λειτουργία Βικιλεξικό
- αγιογραφίααπεικόνιση του Χριστού ως νηπίου μέσα σε δισκάριο στην κόγχη του ιερού βήματος που συμβολίζει τη μετουσίωση του άρτου σε Σώμα και του οίνου σε Αίμα Χριστού Βικιλεξικό
- μουσικήμέλισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μελισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μελισμός | μελισμοί |
| Γενική | μελισμού | μελισμών |
| Αιτιατική | μελισμό | μελισμούς |
| Κλητική | μελισμέ | μελισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →