Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελισσάς

/me.liˈsas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο μελισσοκόμος Βικιλεξικό
    • Κι έτσι βλέπουμε τους μελισσάδες μας να κοκορεύονται πως είναι μεγάλοι νοικοκυραίοι με 200-400 κυψέλες ο καθένας που δεν τις «δουλεύουν» αλλά τις αφήνουν στο έλεος του Υψίστου.
    • Όχι πως και τα υπόλοιπα βουνά δεν δούλευαν παλιά, αλλά ήταν τέτοια η ένταση της μελιτοέκκρισης στο Μαίναλο που κατά κύριο λόγο όλοι οι μελισσάδες εκεί ξεφόρτωναν συνωστισμένοι.
    • Βασίλισσα η μέλισσα στην επικονιαστική αποθήκη του πλανήτη. Βασίλισσα η Αφρική, κι ας λεηλατήθηκε ο πλούτος της για να γίνει πλούτος των Δυτικών. Βασίλισσα η Poppy στις καρδιές των Αφρικανών μελισσάδων. Παγκόσμια Ημέρα Μέλισσας η 20ή Μαΐου. Μία κουταλιά ελληνικό μέλι και οι σκέψεις μας μαζί της.

Ετυμολογία

μελισσάς < μέλισσ(α) + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμελισσάςμελισσάδες
Γενικήμελισσάμελισσάδων
Αιτιατικήμελισσάμελισσάδες
Κλητικήμελισσάμελισσάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →