μελισσοτροφικός
•
- που έχει σχέση με τον μελισσοτρόφο ή τη μελισσοτροφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελισσοτροφικός < μελισσοτρόφος / μελισσοτροφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μελισσοτροφικός | μελισσοτροφική | μελισσοτροφικό |
| Γενική | μελισσοτροφικού | μελισσοτροφικής | μελισσοτροφικού |
| Αιτιατική | μελισσοτροφικό | μελισσοτροφική | μελισσοτροφικό |
| Κλητική | μελισσοτροφικέ | μελισσοτροφική | μελισσοτροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μελισσοτροφικοί | μελισσοτροφικές | μελισσοτροφικά |
| Γενική | μελισσοτροφικών | μελισσοτροφικών | μελισσοτροφικών |
| Αιτιατική | μελισσοτροφικούς | μελισσοτροφικές | μελισσοτροφικά |
| Κλητική | μελισσοτροφικοί | μελισσοτροφικές | μελισσοτροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →