Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελισσοτροφικός

/me.li.so.tɾo.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον μελισσοτρόφο ή τη μελισσοτροφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μελισσοτροφικός < μελισσοτρόφος / μελισσοτροφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμελισσοτροφικόςμελισσοτροφικήμελισσοτροφικό
Γενικήμελισσοτροφικούμελισσοτροφικήςμελισσοτροφικού
Αιτιατικήμελισσοτροφικόμελισσοτροφικήμελισσοτροφικό
Κλητικήμελισσοτροφικέμελισσοτροφικήμελισσοτροφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμελισσοτροφικοίμελισσοτροφικέςμελισσοτροφικά
Γενικήμελισσοτροφικώνμελισσοτροφικώνμελισσοτροφικών
Αιτιατικήμελισσοτροφικούςμελισσοτροφικέςμελισσοτροφικά
Κλητικήμελισσοτροφικοίμελισσοτροφικέςμελισσοτροφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →