Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελισσουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μελισσοκομικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μελισσουργικός < ελληνιστική κοινή μελισσουργικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμελισσουργικόςμελισσουργικήμελισσουργικό
Γενικήμελισσουργικούμελισσουργικήςμελισσουργικού
Αιτιατικήμελισσουργικόμελισσουργικήμελισσουργικό
Κλητικήμελισσουργικέμελισσουργικήμελισσουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμελισσουργικοίμελισσουργικέςμελισσουργικά
Γενικήμελισσουργικώνμελισσουργικώνμελισσουργικών
Αιτιατικήμελισσουργικούςμελισσουργικέςμελισσουργικά
Κλητικήμελισσουργικοίμελισσουργικέςμελισσουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →