μελιστάλακτος
•
- λόγιοπου «στάζει μέλι», που είναι πολύ γλυκός, πράος κι ευχάριστος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελιστάλακτος (μαρτυρείται από το 1881) < μέλι + σταλάζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μελιστάλακτος | μελιστάλακτη | μελιστάλακτο |
| Γενική | μελιστάλακτου | μελιστάλακτης | μελιστάλακτου |
| Αιτιατική | μελιστάλακτο | μελιστάλακτη | μελιστάλακτο |
| Κλητική | μελιστάλακτε | μελιστάλακτη | μελιστάλακτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μελιστάλακτοι | μελιστάλακτες | μελιστάλακτα |
| Γενική | μελιστάλακτων | μελιστάλακτων | μελιστάλακτων |
| Αιτιατική | μελιστάλακτους | μελιστάλακτες | μελιστάλακτα |
| Κλητική | μελιστάλακτοι | μελιστάλακτες | μελιστάλακτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →