Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελιτζάνα

/me.liˈd͡za.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόκοινή ονομασία του Solanum melongena Βικιλεξικό
  2. λαχανικόο εδώδιμος καρπός του παραπάνω φυτού. Έχει συνήθως μοβ χρώμα και ωοειδές σχήμα. Τρώγεται μαγειρεμένος και χρησιμοποιείται ως βασικό συστατικό σε πολλά λαδερά φαγητά (μουσακάς, ιμάμ μπαϊλντί, μπριάμ, παπουτσάκια κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 1900, σελ. 362 https://www.google.gr/books/edition/H%C4%93merologion_enkyklopaidikon_tou_1901/VLUpAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&pg=PA364&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

μελιτζάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μελιτζάνα < ιταλική με αραβική προέλευση. Συγγγενές το βαζάνιν → δείτε τη λέξη μελιτζάνα (μεσαιωνική ελληνική παρακάτω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμελιτζάναμελιτζάνες
Γενικήμελιτζάναςμελιτζανών
Αιτιατικήμελιτζάναμελιτζάνες
Κλητικήμελιτζάναμελιτζάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →