μελιτοεξαγωγή
•
- η εξαγωγή μελιού από κηρήθρα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο μάζεμα / η συγκομιδή μελιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελιτοεξαγωγή < μέλι + -ο- + εξαγωγή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μελιτοεξαγωγή | μελιτοεξαγωγές |
| Γενική | μελιτοεξαγωγής | μελιτοεξαγωγών |
| Αιτιατική | μελιτοεξαγωγή | μελιτοεξαγωγές |
| Κλητική | μελιτοεξαγωγή | μελιτοεξαγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →